|
Εκατό ιστορίες για την "Κατάσταση" και άλλες καταστάσεις
Από τον ΔΗΜΗΤΡΗ ΡΑΥΤΟΠΟΥΛΟ
Με τα εκατό διηγήματά του (τα μισά του Παπαδιαμάντη), ο Δημήτρης Πετσετίδης έχει πάρει οριστική θέση στην πεζογραφία μας της «μικρής φόρμας». Όχι, βέβαια, με τον αριθμό, αλλά με την ποιότητα των διηγήσεών του.
Γεννημένος το οριακό 1940, έζησε την παιδική και εφηβική ηλικία του στη Σπάρτη, σπούδασε μαθηματικά στην Αθήνα και εργάστηκε ως ιδιωτικός εκπαιδευτικός στην πρωτεύουσα, αργότερα στη γενέτειρά του, όπου κατοικεί μονιμότερα: μέτοικος παντού, από καταγωγή( Μικρασιατική) και επιλογή.
Με φόντο αυτοβιογραφικό συχνότερα, η θεματολογία του μοιράζεται, κατά συνέπεια, ανάμεσα στις δυο μητροπόλεις του συμβολικού Πελοποννησιακού πολέμου, αρχίζοντας με τις εμπειρίες της Κατοχής και του εμφυλίου σε τρυφερή ηλικία και συνεχίζοντας με εκείνες της «επισφαλούς δημοκρατίας» - για να θυμηθούμε τη λέξη του Α. Αργυρίου- και της χαμένης «μεταπολίτευσης». Όμως, ούτε η πολιτική ούτε γενικότερα το «πολιτικόν» (κατά την πλατωνική έννοια) είναι η φωτεινή πηγή στον αφηγηματικό του ορίζοντα. Είναι μάλλον το σκοτεινό του σημείο, που αμαυρώνει, αλλά δεν αφανίζει τη νέα ημέρα ούτε την εσωτερική καθαρότητα.
Ο Εμφύλιος κυριάρχησε πίσω από το επεισόδιο της πρώτης συλλογής διηγημάτων του Πετσετίδη (Δώδεκα στο δίφραγκο ), όπου σε «προσφορά» είναι τα μανταλάκια όσο και η ανθρώπινη ζωή, δεν απουσίασε στις επόμενες, πήγε να ξεχαστεί στην προτελευταία συλλογή (Σε ξένο γήπεδο) και επανήλθε δυναμικά στην τελευταία (Λυσσασμένες αλεπούδες ). Αυτή η επιστροφή φαίνεται παράλληλη, αλλά δεν ταυτίζεται με την ιστορική αντιδικία, όπου ο εμφύλιος πόλεμος συνεχίζεται «με ιστοριογραφικά μέσα», κατά την προσφυή παράφραση του Γ. Χάμπερμας για τον ψυχρό πόλεμο. Στη λογοτεχνία, αντίθετα, η μνήμη δεν γενικεύεται, δεν αντικειμενικοποιείται, δεν υποβάλλεται σε συστημάτα σκέψης. Μόνο έτσι λειτουργεί καθαρτικά, συμβάλλοντας στη λήθη. Μπορούμε σχεδόν να δεχθούμε το παράδοξο ότι μνήμη και λήθη όχι απλώς δεν συγκρούονται, αλλά και ότι η μνήμη είναι λήθη: λήθη μερική, προσανατολισμένη, απαραίτητη, συμπεραίνει ο Τζ. Τοντόροβ
μιλώντας για τη βαρβαρότητα του ολοκληρωτισμού και τη λογοτεχνική της απόδοση.
|